Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

μακρυά είναι το ποτάμι...

Πήγα στη χθεσινή διαδήλωση. 
Ικανοποιημένοι δήλωσαν οι διοργανωτές, 
και εν μέρει θα συμφωνήσω. Όμως είδα,

τα χαμόγελα λιγοστά, 
και το καθήκον της διεκπεραίωσης να σκιάζει το Μέσα μας.

Δεν μετρώ μόνο τον αριθμό των διαδηλωτών,
δεν μετρώ μόνο τα χιλιόμετρα και τις ώρες της πορείας.
Μετρώ πρώτα εμάς, έναν-έναν. 
Το γιατί του καθενός που τον έφερε εκεί.

Θάθελα να πιστεύω πως γι' αυτό και μόνο κατεβαίνω στις διαδηλώσεις. 
Και θα κατεβαίνω, έστω και με τους λίγους,
ποδοπατώντας το δεν γίνεται τίποτα. 

Θα κατεβαίνω. 
Όχι από πολιτικό ή κομματικό καθήκον. 
Αλλά πρώτα για μένα...

Να φωτίζω τις αιτίες που μ' αφήνουνε μισό...

Για να μην ηχεί η φωνή μου σαν κύμβαλο αλαλλάζον. 
Για να μπορώ να κοιτώ στα μάτια τους διπλανούς μου. 
Για να απεμπολώ το φόβο, κάθε φορά που με περικυκλώνει.

Θα μπορώ; θα μπορούμε;

Κάντε κλικ πάνω στην εικόνα ν' ακούσετε τη μουσική.
Μη ξεχάστε να κλείστε το κασετοφωνάκι δίπλα

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Νόστος



Ο Τσουάνγκ Τσού καθόταν κάτω από ένα δέντρο. 
Μπροστά του πετούσαν δυό-τρείς πεταλούδες.
Έγραψε ένα μικρό ποίημα:

Θαρρώ πως αυτές οι πεταλούδες είναι λουλούδια.
Τα λουλούδια, που έπεσαν κάποτε στο χώμα,
τώρα, σαν πεταλούδες,
 γύρισαν ξανά πίσω στο δέντρο.

φωτογραφία:
Εικόνες του Σεπτέμβρη, Εξάρχεια
Μουσική:
'Εντβαρντ Αρτέμιεφ: Ωκεανός (Θέμα) 
από την ταινία Solaris του Αντρέι Ταρκόφσκι

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Όταν η Ιφιγένεια ανέμιζε τη νάϋλον σημαία


Τριάντα ένα δίς Ευρώ. Τόσο θα κοστίσει η εξαγορά ενός ακόμη πακέτου μετοχών μνήμης, για να περπατήσει πιο γρήγορα η ανάπτυξη, ο ευνουχισμός της σκέψης. Μετοχές, ομόλογα, CDS, δομημένα στο χρηματιστήριο  Μη-Ζωή.

Τριάντα ένα δίς Ευρώ. Όσο αποτιμάται το υπόλοιπο ζωής λαβωμένων σωμάτων, σακατεμένων ψυχών, οξειδωμένων συνειδήσεων. Κι' έχει αντίκρυσμα τούτος ο λογαριασμός: τη θυσία για τη σωτηρία της χώρας, την εμμονή στο καύχημα του Ευρώ, την ανάπτυξη. Αυτήν που κρύβει στον κόρφο της η δράκα των νοσταλγών της βαρβαρότητας.

Και στην παραλία της Αυλίδας ξεστομίζεται στην Ιφιγένεια χωρίς συστολή και χωρίς οίκτο, ότι οφείλει να θυσιασθεί για να φυσήξει ο ούριος άνεμος που τα πειρατικά των αγορών αναμένουν. Κι' είναι τούτος ο άνεμος που θερίζει ζωές, παγώνει σώματα, σπέρνει την πείνα, σκορπά το φόβο. Στο βωμό της Αρτέμιδας καύσιμο η ζωή, όσφρανση η ήττα της, η ήττα των ψυχών.


Τριάντα ένα δίς Ευρώ το τάξιμο στην Ιφιγένεια. Ίσα που ν' αντιστοιχεί στα εμβόλια λήθης και αποχαύνωσης για έντεκα εκατομμύρια ψυχές. Ποσό -συμπλήρωμα για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ της εκπόρθησης της Τροίας, να κλείσει επιτέλους το κεφάλαιο χρέος, να ησυχάσουν οι αγορές, να κατευνασθεί ο Μινώταυρος. Τάδε έφη Κάλχας. 

Τα ιατρικά ανακοινωθέντα του Γιούνγκερ, της Μέρκελ, του Σόϊμπλε, των διεθνών οίκων αξιολόγησης -ταμ ταμ στα ΜΜΕ- επιχαίρουν για την ανάρρωση του ασθενούς, αποδίδουν εύσημα στη θεραπευτική αγωγή. Σαν τον παντοδύναμο Αχιλλέα θα εγερθεί ο ασθενής, με μια φτέρνα τόση, όση οι διαρθρωτικές αλλαγές. 

Ανακοινωθέντα που ύψωσαν τη σημαία της σωτηρίας πάνω στον ιστό των 31 δίς, που μόλις φαγωθούν από τους τραπεζίτες και τους παπαγάλους θα τη ρίξουν στ' αποκαϊδια του βωμού. Νάϋλον η σημαία, θ' αρπάξει και πιο γρήγορα. Γιατί τούτα τα 31 δις όπως και τα προηγούμενα 110 που μας δάνεισαν και τα 110 που μας χάρισαν, κουρεύοντάς μας, όδευσαν όλα στις τσέπες των εσαεί δικαιούχων. Το ανάγκαθο χωράφι κατά τη μεριά τους, χρόνια τώρα, αιώνες.

Νάϋλον σημαίες μοιράζουν και νάϋλον ντέφια- κόστους 31 δίς Ευρώ - βαράνε οι παπαγάλοι και οι θιασιάρχες της μαϊμούς, για να ανεβάσουν τη λίμπιντο της αναδημιουργίας της χώρας. Αυτάρεσκα τούτος ο λαός τις αγοράζει με το υστέρημά του, τις ανεμίζει στα γήπεδα και στις αυλές της εξουσίας. Και καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι για το φλουρί του ευρώ που κέρδισε με το σπαθί του και για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα που κέρδισε με τον Γκαγκάτση. Αποταμιεύοντας στη μνήμη του τις νίκες απέναντι στον μη-εχθρό, αποσιωπά τις ήττες που καθημερινά σωσωρεύονται στο παθητικό του. Όλα αυτά σε προσφορά-πακέτο, μόνο 31 δις Ευρώ.

*****

Μούλεγε η e-φίλη Σοφία πριν από ένα περίπου χρόνο πως όλη της η απαισιοδοξία στηριζόταν στο ότι τούτος ο λαός απέχει -με κάθε ανάγνωση το ρήμα - από την πραγματικότητα που τον στοιχειώνει. Θεώρησα υπερβολική την απαισιοδοξία της, τώρα όμως την ερμηνεύω, καταμετρώντας... 

-εκείνους που πείθονται από την αισιοδοξία της Μέρκελ, από τους επαίνους των αγορών, από το δίκηο των δανειστών μας, από την πολίτικαλ κορέκτ γλώσσα αυτών που δάνεισαν την προβιά τους στους λύκους. 

-εκείνους που συγκινούνται από την εξομολόγηση των τύψεων του κ. Νταλάρα για τα λεφτά που κέρδισε, από τις φιλευσπλαχνίες των κυριών Λάτση-Βαρδινογιάννη.

-εκείνους που συμμερίζονται το δεν γίνεται τίποτα. Και εκείνους που δόλια καταφεύγουν σε αυτό το άλλοθι.

-εκείνους που ρυτίδιασε η σκέψη τους στα μετερίζια της ιδεολογικής καθαρότητας, εξοστρακίζοντας τον Έρωτα από την πολιτική ποίηση, μη προνοώντας για τον χιτώνα τον καλό που θα ντύσει τα όνειρά τους. 

***

Πούθε πήγαν τα όνειρα που θα μάγκωναν, σαν τους κλέφτες, τα από ανύποπτους καιρούς τεκταινόμενα; Που θα φανέρωναν πως η κρίση και το χρέος ήταν μόνον τα βέλη στην Αχίλλειο φτέρνα της χώρας...

Πού χάθηκαν οι ιχνηλάτες που θα σημάδευαν με τις πέτρες τις κακοτοπιές; Και θα μας έδειχναν πως ο μόνος δρόμος μας είναι αυτός που αχρηστεύει του εχθρού τα βέλη...

Πού χάθηκε η Αριστερά, όλοι εμείς ;

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Μοιρολόϊ


-Σήκω, Μαριόλα μ’, απ’ τη γη κι από το μαύρο χώμα, 
ψυχή, καρδούλα μου. 

-Με τι χεράκια η μαύρη να σ’κωθώ, χεράκια ν’ ακουμπήσω, 
ψυχή, καρδούλα μου. 

-Κάμε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φτυάρια, 
ψυχή, καρδούλα μου. 
Ρίξε το χώμα από μεριά, τις πέτρες ‘πο την άλλη, 
Κι έβγα, Μαριόλα μ’, να σε ιδώ, 
ψυχή, καρδούλα μου. 
κι άπλωσε το χεράκι σου και πιάσε το δικό μου. 
ψυχή, καρδούλα μου. 

-Το μνήμα μ’ εχορτάριασε κι έλα να βοτανίσεις, 
ψυχή, καρδούλα μου. 
Να χύσεις μαύρα δάκρυα, ίσως και μ’ αναστήσεις, 
ψυχή, καρδούλα μου. 


υγ.
επαίτες
του πως της αξιοσύνης
και του γιατί της απώλειας.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Για όσους και όσα δεν κοιτάξαμε στα μάτια


..Σε μυαλά γεμάτα αποχετεύσεις
πρέπει να εισχωρήσει το τερέτισμα των εντόμων.

πρέπει να γεμίσουμε τα μάτια μας και τ' αυτιά μας
με πράγματα που είναι η αρχή ενός μεγάλου ονείρου.

Η ελευθερία είναι άχρηστη
αν δεν έχετε το θάρρος να μας κοιτάξετε στα μάτια, όλοι εσείς οι υγιείς.

Πρέπει ν' ακούστε τις φωνές που μοιάζουν άχρηστες... 

Αντρέϊ Ταρκόφσκι-Νοσταλγία (μονόλογοι από το σενάριο της ταινίας)
Απόσπασμα εδώ

Ένοχοι-συνένοχοι στην κούρσα του Χρόνου. Ελπίζαμε ότι η σκόνη του θα σκέπαζε τα ίχνη από τις περπατησιές μας στους βάλτους της ιστορίας. Θα αντάμοιβε το λάγνο λοξοκοίταγμά μας προς την πλευρά των νικητών, θα αμνήστευε την ανομία μας για τη λησμονιά εκείνων και εκείνων που μας έδοσαν τη ζωή. 

Και μετά, αφήνοντας στα φυλάκια τη βάρδια της σκιάς μας, καταχωρήσαμε τις νίκες των νικητών στις σελίδες του ημερολογίου μας, ξαναγράψαμε την ιστορία μας κάτω από το φώς της ευδαιμονίας, που ως χτές μας μάστιζε. Σώματα άχρονα, χωρίς σκιές, βάδισαν πάνω στους καθρέφτες ακολουθώντας αλλότρια είδωλα, ματώνοντας χωρίς πόνο.


Μείναν πίσω οι λίγοι, οι Αδιόριστοι. Που κανείς και ποτέ δεν δοκίμασε να τους εμπιστευθεί τους κώδικες της ερμηνείας του Κόσμου. Αυτοί που στους ώμους τους κουβαλούσαν αγόγγυστα τα λιθάρια για να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο, για να διαλαλήσουν το θαύμα του Προμηθέα.

Με τους πυρσούς αναμμένους, χάραζαν στο Χρόνο την πιο σύντομη διαδρομή, οι φτέρνες τους έτρωγαν το πικρό αλάτι της γής, ουρλιαχτά οι εμμονές τους. Γιατί το μόνο που ποθούσαν ήταν να αφήσουν την ομορφιά της γής ανέγγιχτη από το διάβα του ορθολογισμού, αμόλυντη από τα στίγματα του αίματος. 

Πλάνητες μιας ανάγκης που δεν χρειαζόταν να ζηλέψει, να μισήσει, να επιβάλλει εξουσία και νόμους. Να συνταγογραφήσουν το ψέμμα και τον φόβο σαν γιατρικό. Όρισαν σαν ομορφιά - και Αλήθεια μαζί - αυτό που τους προσφέρθηκε δωρεάν: τα χρώματα, η φωνή, η απαλότητα, η ευωδία  των α-νόητων της φύσης πραγμάτων.  

κατείχαν
και ορκίστηκαν
 ότι αυτή η ομορφιά θα είναι κληρονομιά,
άσπιλη
χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας



Ξετυλίγω το κουβάρι από την αρχή, ακολουθώντας την πιο σύντομη διαδρομή στο Πίσω του Χρόνου. Απλησίαστο, μια κληρονομική δέσμευση με εμποδίζει να διαβάσω τη ματιά του Παναγιώτη Φαρμάκη*, ν' ακούσω το τραγούδι της Ευτέρπης στην κοιλάδα, να αφεθώ στην αλήθεια της Αφής μου, να γευθώ το τριμμένο στάρι του Ελικώνα, να μυρίσω τον νάρκισσο της Περσεφόνης.

αποσύρομαι,
ακολουθώντας την πιο κακοτράχαλη διαδρομή στο παρόν του Χρόνου, για να συναντήσω κείνο το πετράδι, στην άκρη του γιαλού, που για αιώνες παραμένει σιωπηλό, να μου αφηγηθεί για την ιστορία του κόσμου. Να μου μαρτυρήσουν τα χρώματά του το γιατί της Γέννας, να με διδάξουν με κείνο το πρώτο του κόσμου το Φώς, που ζωγραφίστηκε πάνω στα κτίσματα σαν δώρο για τους αλλαφροΐσκιωτους της γής. 

Και αν θελήσει να μου μιλήσει για τους ανθρώπους θα ζητήσω να μου πεί για κείνων τη θέληση να γίνουν Φώς και Στάχτη, για κείνων την βιοτή που γίναν αιμοδότες για να ξεπλυθεί η Γή από τα στίγματα του σκορπισμένου αίματος.



Δεν φτωχύναμε, αδειάσαμε. Απ' ό,τι με χαρά απόκρυφη ενσταλλάξαμε στις ψυχές μας τις στιγμές των κοινών μας ονείρων.

*Παναγιώτης Φαρμάκης, στην ταινία Αγέλαστος Πέτρα του Φίλιππου Κουτσαφτή. Φωτογραφία από την ταινία.
Άλλες φωτογραφίες: Πωγωνιά, Άγιος Ιωάννης.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Νεκρές Ψυχές

Λεονίντ Μπορίσοφ Χωρίς Τίτλο

Ανοίγω το φρεάτιο και τους παρατηρώ. Δεν κουβαλούν το φορτίο της καθημερινότητας. Κατά έναν παράδοξο τρόπο τίποτα δεν φαίνεται να βαραίνει το βηματισμό τους. Δεν έχουν έγνοια καμμιά για τροφή, ύπνο, θαλπωρή. Δεν κοιτάζονται μεταξύ τους, δεν μιλούν. Σιωπηλοί βαδίζουν με πρόσωπα ανέκφραστα, πιστεύοντας πως κάποιος φαουστίνος στο τέλος της διαδρομής θα ορίσει την μάσκα που θα φορέσουν.

Δεν σκέπτονται, από καιρό έχουν απαλλαγεί. Μαύρα τεράστια έντομα σε μια διαδρομή έργου χωρίς έργο, χωρίς σκοπό. Σκοτάδι γύρω τους, η μόνη τους παροχή και εφόδιο για το δρόμο. Και διαρκώς από τους λαβύρινθους του υπονόμου προβάλλουν νέες και νέες φιγούρες, μπαίνουν με τάξη στη σειρά και οδεύουν. Και η στρατιά πληθύνεται όλο και πιο πολύ. Και κατά τη φορά του υπονόμου πορεύεται.

      Πολύτιμη πρώτη ύλη για το εργοστάσιο της βαρβαρότητας...

Κλείνω το καπάκι...Τα μάτια μου αρνούνται να δούν. Φιγούρες που στάθηκαν για μια στιγμή στο δρόμο μας, πέρασαν δίπλα μας, δίπλα από το φώς, κυκλοφόρησαν ανάμεσά μας, τώρα επανδρώνουν τις στρατιές του μεφίστο. Για το έπαθλο, ένα ξίφος ή ένα μαχαίρι. Θα παραδοθεί στο τέρμα του δρόμου τους, από τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, σε όσους πιστέψουν ότι η αποκοτιά και η ανημπόρια τους ήλθε από τον ουρανό. Σε όσους πιστέψουν ότι είναι οι εκλεκτοί απόγονοι. Σ' αυτούς θα τάξουν και την αιώνια νεότητα, ταμάμ με τα χρόνια του βασιλείου.

Οι υπόλοιποι επανεξεταστέοι: θα ξεχυθούν στη θάλασσα που θα τους ξεβράσει στα ποτάμια, τα ποτάμια στις λίμνες, οι λίμνες στο χώμα. Να φυτρώσει ο σπόρος τους, να σκοτεινιάσει ο ήλιος, να σιγήσει η ύπαρξη. Και ξανά στη μήτρα της τερατογένεσης.

Ηττημένες ψυχές, στρατολογήθηκαν στα τάγματα του μεφίστο, δωρίζοντάς του την άχρωμη ζωή τους, δώρο μα και όπλο φονικό σε επτάχερα σώματα, ένα να δείχνει τα θύματά τους και έξι για να σφάζουν.  Ά-χρονα σώματα που καταγράφεται η ύπαρξή τους στο μπόϊ της σκιάς τους στο σκοτάδι. Που κάθε τους κύτταρο νέκρωσε τις αισθήσεις, φράζοντας κάθε δίοδο προς την ψυχή, έχτισε τοίχο γύρω της για να σκεδάζεται μακρυά το φώς.

Ψυχές νεκρές από ασφυξία σκότους. Που κατέφυγαν στο ψέμα, στην εξοικονόμηση του ταπεινού, που δεν μοιράστηκαν πόνο, χαρά, θλίψη, αγωνίες. Που παραδόθηκαν στο φόβο, που αγκάλιασαν την ήττα για να επιζητήσουν τη ρεβάνς από το ανύπαρκτο παρελθόν τους. Που ζήσαν σε βάλτους ερήμωσης, στους οποίους θέλουν να επιστρέψουν θριαμβευτές με το ξίφος στο χέρι.

*****

-Ξεπουλήσαμε, ξεπουλήσαμε !
  φώναξε ο υπηρέτης στον μεσίτη νεκρών ψυχών Τσίτσικοφ*
-Κάνεις λάθος αγαπητέ μου, τούτο το αρχοντικό έχει ακόμη εμπόρευμα.

Σκυφτός ο υπηρέτης που τούρθαν τα μαύρα μαντάτα. Τ' αφεντικά στην κρίση πουλάνε και τη μάνα τους, σκέφτηκε, επομένως σειρά έχω εγώ.
-Μα όχι, εγώ δεν ξεπουλιέμαι έκραξε στο μεσίτη.
-Όχι αγαπητέ μου εσύ, η κυρά σου όμως ; Αν κι' εδώ που τα λέμε και σύ δεν θάλεγες όχι σε τόσα τάλαντα, συμπλήρωσε σαρκαστικά ο Τσίτσικοφ.

*****

Ό,τι αντέχουμε στο χρόνο, αγκαλιάζεται με το φώς. Ταξιδεύοντας, το φώς ν' αγγίξει, πορεύθηκε η ανθρωπότητα, απέχτησαν νόημα οι λέξεις, νοηματοδοτήθηκε η ζωή. Κι' αν έχουμε κάτι να αφηγηθούμε στις ώρες της Σιωπής μας, είναι ότι κρατήσαμε το Χρόνο ανάμεσα στις παλάμες μας, είναι που οι λέξεις μας δεν γίναν κόκκος άμμου σ' ένα τοπίο ερήμου.

*Τσίτσικοφ, ήρωας στις Πεθαμένες Ψυχές του Ν. Γκόγκολ.
νεκρές ψυχές: οι άνδρες-είλωτες στην τσαρική Ρωσία.

τ.π.τ (αναδημοσίευση)


Από: http://krotkaya.wordpress.com

Εγώ που λες είμαι ένα μικρό τίποτα. Ένας απειροελάχιστος κόκκος άμμου, ένα μικρό μόριο λάσπης, ένας χωματόσπορος. Με παίρνει ο αέρας και με πάει όπου λάχει, βόρεια, δυτικά, νότια. Συνήθως δυτικά, μερικές φορές κι ανατολικά. ‘Ενα μικρό τίποτα κουβαριασμένο σε ένα μικροσκοπικό πολυθρονάκι να παρατηρώ εσένα κυρίως και όλους εσάς που έχετε γνώμες και ιδέες και γνώσεις, και να αναρωτιέμαι ποιος βρήκε τόση σοφία και τόση σύνεση και τις σκόρπισε στον κόσμο, πού βρέθηκαν όλες αυτές οι εντυπωσιακές προτάσεις, τα καίρια σημεία στίξης και οι βεβαιότητες.

Κι άλλες φορές, κουβαριασμένο πάντα στο μικροσκοπικό πολυθρονάκι μου, παρακαλάω να ήμουν ακόμα πιο μικροσκοπικό, ακόμα πιο τίποτα, ακόμα πιο αόρατο από χωματόσπορος, να ήμουν μονάχα δυο μάτια που ρουφούν αχόρταγα τις εικόνες και τις καταγράφουν, να μην ξεχαστούν, να μην ξεχάσω ποτέ εκείνο το σκοτωμένο σκυλί στο οδόστρωμα, εκείνη τη θάλασσα με τις σιχαμερές μπουρμπουλήθες, εκείνη τη χαράδρα τη γεμάτη ντενεκάκια, αποφάγια και ψοφίμια, να μην ξεχάσω τον ουρανό της Βαγδάτης πράσινο σκοτεινό στην αναμετάδοση του CNN, να μην ξεχάσω ποτέ το κουτσό γατί στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων και ανθρώπους να το περιγελάνε, να μην ξεχάσω το συμμαθητή μου που τον κορόιδευαν γιατί μιλούσε τραβώντας τις συλλαβές σαν κορίτσι, να μην ξεχάσω τα μάτια τα πετρωμένα από το φόβο, παραλυμένα από την φρίκη, δυο μάτια κάρβουνα και δυο χέρια να κουβαλάνε ένα τεράστιο μπόγο, να μην ξεχάσω ποτέ τα ξεβρασμένα πτώματα, τα ανθρώπινα ρετάλια με τις χιλιοτρυπημένες φλέβες και τους δεμένους καρπούς, να μην ξεχάσω την καταγωγή μου απ’τη Μπρούσσα.

Εγώ που λες είμαι ένα μικροσκοπικό τίποτα. Κουβαριασμένο στο μικρό πολυθρονάκι μου απλά κοιτάζω και παρατηρώ. Κανείς δεν με παίρνει είδηση που τους κοιτάζω κι άλλοτε τους θαυμάζω, κι άλλοτε με συνθλίβουν με τα λόγια τους που καλύτερα να με είχαν τσαλαπατήσει, παρά να λένε και να κάνουν αυτά. Ένα μικροσκοπικό τίποτα, ποτέ μου δεν έβλαψα, ποτέ μου δεν άρπαξα πέτρα να τη ρίξω ούτε καν σε τζάμι, έτσι για το χάζι, όπως κάναν τα παιδιά τότε που ακόμα παίζανε στους δρόμους. 

Εγώ που λες, εγώ το μικροσκοπικό τίποτα, σε κοιτάζω και σε παρατηρώ και σε σκέφτομαι και νιώθω την αδικία που συμβαίνει, που μας συμβαίνει, και λέω καλύτερα να πάρω τις μικροσκοπικές μου δυνάμεις και να πάω να χαθώ, να εξαφανιστώ, να μην υπάρχει κίνδυνος να με βρουν ποτέ, να μη με ξαναβρείς ούτε κι εσύ, καλύτερα έτσι.

Εγώ που λες είμαι ένα τίποτα, πιο μικρό κι από κομματάκι σκόνης. Αιωρούμαι σε έναν ωκεανό, μέχρι τώρα νόμιζα πως γύρω μου ήταν νερά και πλαγκτόν και ιώδιο. Μέχρι χτες, μέχρι χτες που με σκούντηξε από δίπλα ένα άλλο μικρό τίποτα και ανοίξαμε μαζί τα μάτια μας, ορθάνοιχτα και τεράστια για να δούμε γύρω μας έναν ωκεανό από πολλά τίποτα. Πολλά τίποτα που μάλλον είναι κάτι. Πολλά τίποτα που θυμούνται καλά και που λένε να βγουν από τις τρύπες τους, οπλισμένα με ό,τι βρουν πρόχειρο, με πέτρες και σφεντόνες, να πάρουν εκδίκηση για όλες εκείνες τις αδικίες και τις ασχήμιες που τα έκαναν να είναι τίποτα.

Να γίνουμε επιτέλους κάτι.

υγ από μένα: με την πρώτη ματιά λάτρεψα αυτό το κείμενο. Ευχαριστώ την Κροτ που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση.

Η φωτογραφία αναρτήθηκε από e-apenanti


Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Ο κυρ Φώτης


Τον κυρ Φώτη, της τραπεζικής αριστεράς τον πρόεδρο, δεν τον θεωρούμε προδότη. Ποτέ δεν υπήρξε και τον αδικεί η λέξη. Πασχίζει να το δηλώνει σε κάθε περίσταση, σε κάθε δύσκολη στιγμή. Λεξιλάγνος με μειλίχια προφορά - δεν πρέπει να παρεξηγείται το χάρισμα -  φτυαρίζει πάνω στις λέξεις χώμα και κοπριά. Έτσι που αυτές καταντούν α-νόητες, χωρίς περιεχόμενο, νικοτίνη μηδέν. Λέξεις αβλαβείς για φρενοβλαβείς που δεν βλάπτουν κανέναν. Και ειδικά τους Μινώταυρους των Αγορών. 

Κάλλιστα ο κυρ Φώτης θα μπορούσε να διαπρέψει ως λογογράφος. Των κατά περίσταση σκωροφαγωμένων δεκανικιών της εξουσίας, των λεγεωναρίων των τραπεζών. Ευελπιστεί και ο ίδιος σ' έναν τέτοιο ρόλο, με θεσμικό μανδύα το προεδριλίκι μιας μπανανίας. Προχθές κιόλας - πως να το παραβλέψει κανείς ; - έσπευσε ακαριαία να διορθώσει τον Στουρνάρα: Συνταξιοδοτική ωρίμανση υπουργέ μου, τζιζ η εφεδρεία.

Ο κυρ Φώτης και η παρέα του έδρεψε και δρέπει δάφνες σαν γητευτής νεοφανών τεράτων της ζωολογίας. Εξημέρωσαν τον Βορίδη και τον Άδωνη, τόσο που εξαγρίωσαν τον Καρατζαφύρερ. Μα όπου οργή εκεί εστί θάνατος, γνωστό τοις πάσι. Στο θησαυροφυλάκιο του κυρ Φώτη πλεόναζε ανέκαθεν η πραότης, κάτι που ο φιλόδοξος φύρερ το υποτίμησε.

Ο κυρ Φώτης δεν είναι σκυλί που αλυχτά. Είναι ένας μειλήχιος κράχτης των αγορών. Το αλύχτισμα είναι έργο κατ' αποκοπή των χρυσαυγιτών. Τους οποίους ο προπετής κ. Ψαρριανός φιλοδοξεί να εξημερώσει, αγνοώντας πως στην αυλή πάντα πρέπει να υπάρχει ένα ντόπερμαν. Τουλάχιστον να του φυλάει την πόρσε από τους "αγανακτισμένους πελάτες της πλατείας".

(Πού πας ρε μαλάκα Γρηγόρη που θάλεγε και το αρμόδιο για την περίσταση άσμα)

Έτσι τον κυρ Φώτη τον βασανίζει το μέλλον της χώρας. Αγωνιά για την παραμονή μας στο Ευρώ, για την πολιτική αστάθεια. Πασχίζει για την καθετοποίηση των μέτρων. Και στη θέση της προκρούστειας κλίνης ονειρεύεται μια θηλειά στο λαιμό κάθε απελπισμένου. Είπαμε, όχι οριζόντια μέτρα. Μόνο επιμηκυμένα αγκίστρια στο βυθό των απελπισμένων κι' όποιος απαγκιστρώθηκε, απαγκιστρώθηκε. Ελεύθερη αγορά είμαστε. Μπορεί ο καθείς να διαλέξει το δόλωμα που του ταιριάζει.

Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού, ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ' όνομά του, κ' η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ' οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ' επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ' έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ' οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.

Γι' αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ' έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του. 
Κ. Καβάφη: Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης

Ο κυρ Φώτης δεν είναι προδότης και δεν έγινε ποτέ. Όποιος γεννιέται λαγός, μένει λαγός, αυτό διδάσκει η φύση. Το πολύ-πολύ να μεταλλαχθεί σε κονίκλιον, εγκαταβιώντας σ' ένα καθώς πρέπει σαλόνι, μπιμπελό για τα σαδο-μαλάκια της Οικογένειας.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ήταν ένα Καλοκαίρι (Πέτια Ντουμπάροβα)

Claude Monet:path in the wheat at pourville 

Διάβασα ξανά Τα Κείμενα Ενός Κοριτσιού* της Πέτια Ντουμπάροβα. Kείμενα που διαρκώς ερωτοτροπούν με την ποίηση, θέλησα να με συντροφεύουν τούτο το καλοκαίρι. Δεν ξέρω γιατί με ευγνωμοσύνη απερίγραπτη τα αγκάλιαζα, γιατί δεν έφευγε από πάνω τους η ματιά μου. Μου συμβαίνει συχνά άλλωστε όχι μόνο με κείμενα, αλλά και με ήχους ή εικόνες. Δηλώνω την άρνησή μου να αποτρέψω την άνευ όρων παράδοσή μου σε έργα ανθρώπων που εναρμονίζονται με το Θείο, την αδυναμία μου να ξεφύγω από τον εναγκαλισμό τους, να δραπετεύσω σε κάτι διαφορετικό. Μέρες και καιρούς με κρατούν δεμένα μαζί τους, γίνονται υπάρξεις ζωντανές, σύντροφοι, ερωμένες. 

Υπερβάλλω, ίσως γιατί στα κείμενα του καλοκαιριού μου που πέρασε νάβρισκα κομμάτια μου. Και όσοι τα διαβάσατε ή θα τα διαβάσετε ίσως να συμμερισθείτε την αδυναμία μου γι' αυτά. Όμως είναι και κάτι άλλα "στοιχειά" που περιπλανώνται μέσα στα κείμενα της νεαρής συγγραφέως. Η Θάλασσα και ο κόσμος της, τα Καλοκαίρια, οι έρωτες, έτσι όπως θά ποθούσε τη ζωή της να στοιχειώσουν. Και ανακάλυπτα στην φευγάτη πια Πέτια ένα μεγάλο καλοκαίρι, από εκείνα που μας συμβαίνουν όταν το γκρίζο στοιχειώνει δίπλα μας. Και έτσι κατέβηκε από τους ουρανούς, αυτή η παιδική ψυχή να ορίσει ξανά τη ζωή και τις εποχές της, να μου αφηγηθεί για τα καλοκαίρια και τους χειμώνες της, για τη θάλασσα και τα ξωτικά της, για τα όνειρά της και τους πόθους της.

Ονειρεύτηκα να μείνω σ’ ένα σπίτι που να χωράει τη θάλασσα ολόκληρη. Τη θάλασσα ολόκληρη μ’ όλα της τα μύδια, τα ψάρια και τα φύκια.Ονειρεύομαι πως κάθε βράδυ αντί για λάμπες θα μου φωτίζουν φάροι με τα φλογερά τους μάτια. Θα κοιμάμαι σε κρεβάτι φτιαγμένο από άμμο. Και πόσο θαυμαστό θα ήταν να ‘ναι η σκεπή μου φτιαγμένη από κοράλλια και μύδια. Κι αντί να κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση, να κοιτάζω πως η θάλασσα ρέει –υγρό γαλανό γυαλί στην άσπρη από άμμο παλάμη της. (…) Όταν έρθει η ώρα και τελειώνει ο χρόνος μου, θ’ανοίξω τις φαρδιές πόρτες μου προς τους ανθρώπους. Θα τους δώσω τη δική μου θάλασσα. Κι οι άνθρωποι ούτε καν θα ξέρουν ότι, μαζί μ’ αυτή τους δίνω και την ψυχή μου. Δεν θα ξέρουν γιατί η ψυχή μου θα είναι πια κομμάτι από τη θάλασσα –απέραντη σαν το δικό της απέραντο, δυνατή σαν το θαλασσινό κύμα και μεγάλη σαν τη θάλασσα μ’ όλα της τα ψάρια, τα μύδια και τα φύκια.**

Στους γκρίζους χρόνους και τόπους που έζησε, περιπλανιώμαστε και σήμερα. Η φυγή της από   τον κόσμο στα 17 της χρόνια ήταν κραυγή που διατρανούσε το ποθώ να ζήσω, αλλά κυρίως το ποθώ να ζήσετε εσείς. Όπως οι σημερινές κραυγές χιλιάδων στην γκρίζα επικράτεια του προτεκτοράτου μας.

Ω, στο σπίτι θα επιστρέψω μέχρι το πρωί
πάρα πολύ κουρασμένη, μα χαρούμενη
έχοντας πάρει το πιο πολύτιμο δώρο.
Εγώ τη δική μου παρουσία στα ψάρια,
στα δελφίνια και τα μύδια και τα πουλιά
χαρίζω για μια μόνο νύχτα
κι αυτά θα μου προσφέρουν τη δική τους - ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ***



Τί θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στη φυγή της ; Μόνον ο εξευμενισμός του κομματικού μηχανισμού της πόλης που έζησε, η ταπείνωση μπροστά στα πόδια του περίγυρου που τη φθονούσε για το πέταγμά της, για τα αετίσια φτερά της. Προφανώς η Πέτια αρνήθηκε να δεχθεί το ψαλλίδισμα του φτερουγίσματός της, αρνήθηκε και να επιλέξει μια άλλη φυγή για παραδείσους της δύσης. Οι πόθοι της πύρινοι, τα όνειρά της τόσο ασυμβίβαστα με τα κελεύσματα του κόμματος, θέλησε να συνεχίσει τη ζωή της Αλλού, αστέρι τ' ουρανού να γίνει για όσους τις νύχτες πάνω του ρίχνουν τη ματιά τους. 

...Καμιά φορά θέλω να μεταμορφωθώ σ' ένα μικρό κομμάτι κιμωλίας,
τόσο μικρό, σχεδόν αόρατο.
Να κάθομαι λευκή σαν φτερό γλάρου μπροστά στον μαυροπίνακα,
κανείς να μη με σκέφτεται.
Να νιώσω πως οι δακρυσμένες από την ταραχή παλάμες των παιδιών που εξετάζονται,
με ποτίζουν και κάνουν την τρυφερή μου σκόνη ακόμη πιο πυκνή.
Εγώ θα φιλάω τα ταραγμένα δάχτυλα
και με χαρά θα δίνω τη ζεστή μου σάρκα σε διάφορα θεωρήματα.
Θα μετράω ήσυχα τον παλμό του καθενός που με κρατά στο χέρι του,
θα μαντεύω πάνω στις γραμμές και στις φλέβες της κάθε μιας παλάμης
και θα αφήνω λευκή σκόνη σαν ζεστή άμμο.
Θα ακούω στο διάλειμμα διάφορα κουτσομπολιά για το κορίτσι που ήμουν πριν
και σιωπηλά θα γελάω.
Κι' όταν η σύντομη λευκή ζωή μου λιώσει κάτω από το βρεγμένο σφουγγάρι,
θα γίνω πάλι η ίδια.
Τότε θα ξέρω για τον καθένα περισσότερα,
και, μαζεύοντας τα χρώματα από τόσες ταραχές και γαλάζιους νεανικούς παλμούς,
θα είμαι η πιο ευτυχισμένη...****

υστερόγραφο:
Δεν θέλησε τούτο το βιβλίο να μπεί στο ράφι! Δυό φορές αρνήθηκε να ρθεί με τις αποσκευές του καλοκαιριού στην Αθήνα. Κι' έμεινε 'κεί, όπου περιπλανιέται ακόμη το καλοκαίρι μου. Κι' εγώ μακρυά τους, αποζητώντας φθινόπωρα και χειμώνες, θαρρώ πως πρέπει να ενδώσω στο θέλημά του. Ίσως πάω να αγοράσω ένα αντίγραφό του, αφού πρώτα ανακαλύψω μια θέση καλοκαιρινή στο διαμέρισμά μου. 


Πέτια Ντουμπάροβα-Βιογραφικό 



Η Πέτια Ντουμπάροβα (Петя Стойкова Дубарова) γεννήθηκε στις 25 Απριλίου 1962 στο Μπουργκάς της Βουλγαρίας. Αν ζούσε σήμερα θα πλησίαζε τα πενήντα. Δεν ζει όμως. Διάλεξε να φύγει από τη ζωή στα 17 της μόλις χρόνια. Εκείνοι που την γνώρισαν μιλάνε για ένα τρυφερό και πολύ ευαίσθητο και απίστευτα ταλαντούχο πλάσμα που έγινε μέλος της Λέσχης Καλλιτεχνών του Μπουργκάς στα 13 της χρόνια! Λες και βιαζόταν να προλάβει να χαρίσει όσα περισσότερα μπορούσε η Πέτια άρχισε να γράφει από πολύ μικρή. Να γράφει ποιήματα, μικρά διηγήματα, μικρές ποιητικές ιστορίες με ένα δικό της στυλ, απίστευτα ευαίσθητο και ονειρικό. Ομολογώ ότι όταν άνοιξα για πρώτη φορά το βιβλίο με τα κείμενά της από τις εκδόσεις Χαραμάδα και διάβασα στα αφτιά την σημείωση «έφυγε, αφήνοντάς μας με την απορία για το θα μπορούσε να είχε καταφέρει να δημιουργήσει αν ζούσε ακόμη το φαινόμενο Πέτια Ντουμπάροβα», το θεώρησα μια συνηθισμένη ελαφριά υπερβολή. Κι όμως διαβάζοντας το βιβλίο με τις ιστορίες της αναρωτήθηκα ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα ακριβώς: τι θα μπορούσε να μας δώσει αυτό το κορίτσι όταν μέχρι τα 17 του είχε καταφέρει να γράφει με τέτοιο μαγικό και μοναδικό τρόπο. Η απορία θα μείνει. Η Πέτια άνοιξε φτερά πολύ γρήγορα για τόπους ίσως που ταίριαζαν περισσότερο στα ονειρά της από το καταθλιπτικό -της εποχής ακόμη του (αν)υπαρκτου Μπουργκάς της Βουλγαρίας. Οι αφηγήσεις για τις τελευταίες τις μέρες μιλούν για μια γελοία και άδικη τιμωρία, που στρίμωξε ακόμη περισσότερο τον εύθραυστο ψυχικό της κόσμο. Και έφυγε, επιλέγοντας το θάνατο με υπνωτικά χάπια. Ένα παιδί που η βλαμμένη καθηγήτριά του είχε γράψει στο τετράδιό της «Πετάς πολύ ψηλά», ως παρατήρηση. Έτσι γίνεται πάντα. Όσοι είναι βαθιά χωμένοι στο βάλτο ζηλεύουν αυτούς που έχουν φτερά και καμιά φορά τους αναγκάζουν να τα χρησιμοποιήσουν.  Η Πέτια δεν ξεχάστηκε. Το μοναδικό της βιβλίο «Η θάλασσα κι εγώ» τυπώθηκε μετά το θάνατό της, το 1980. Τα γραφτά της έγιναν «ευαγγέλιο» για τις μετέπειτα γενιές των εφήβων και όχι μόνο, στη χώρα της και πέρα από αυτήν. Η Πέτια έγινε σύμβολο. Τα κείμενά της μεταφράστηκαν σε πολλές χώρες, από την Αγγλία ως την Ινδία και από την Ισπανία ως τη Μογγολία. Μέχρι και μνημείο της έφτιαξαν –τρία μέτρα μπρούτζινο άγαλμα. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τίτλο «Πέτια Ντουμπάροβα, κείμενα ενός κοριτσιού». Η πολύ καλή μετάφραση είναι της Μάια Γκιόλα-Γκράχοβσκα. Έτσι μπορούμε να γνωρίσουμε κι εμείς αυτό το μοναδικό πλάσμα που κατάφερε να κρατήσει στα γραφτά της ατόφια τη μαγεία του παιδιού, τη φαντασία του, τον ονειρικό του κόσμο, την απίστευτη τρυφερότητά του και ταυτόχρονα να καθοδηγεί την πένα της με την ωριμότητα ενός ώριμου λογοτέχνη. Τα κείμενά της είναι γεμάτα εικόνες και χρώματα, το μαγικό άγγιγμα της πένας της μπορούσε να δώσει ψυχή στο κάθε τι. Μέσα από τα πεντακάθαρα παιδικά της και το πιο περιφρονημένο αντικείμενο μπορούσε να πάρει ζωή και να μιλήσει, το κάθε τι είχε τη θέση του σ’ ένα ατέλειωτο όνειρο, κι όμως εκεί που διαλέγει τη ρεαλιστική αφήγηση, χωρίς να την εγκαταλείπει η μοναδική ευαισθησία της είχε το χάρισμα να μιλήσει με μια δύναμη κατακτημένη θα πίστευες από χρόνια βιωματικής εμπειρίας.
Γρηγόρης Παπαδογιάννης
Πηγήhttp://www.eyelands.gr/ 

*Συλλογή διηγημάτων, εκδόσεις Χαραμάδα
** Από το διήγημα
Ονειρεύτηκα να μείνω σ’ ένα σπίτι

***ποίημα της Π. Ν. μεταφρασμένο από την Γιάννα Δημητρόβα
****Από το διήγημα Επιθυμία
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

επισκέψεις

IP Widget For Website