Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρεωκοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρεωκοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

ΚΙΜΠΙ: Μικρόκοσμος (αναδημοσίευση)



Η τηλεόραση ακούγεται στη διαπασών – αυτός χυμένος στον καναπέ, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, αυτή όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, με το σίδερο στο χέρι και μια στοίβα ρούχα δίπλα της. Τα μόνα πράγματα που ακούγονται στο δωμάτιο είναι ο συριστικός θόρυβος του ατμοσίδερου και οι ομιλούσες κεφαλές του δελτίου των 8. «Και τι σημαίνει, Γιάννη, κούρεμα των ομολόγων χωρίς πιστωτικό γεγονός;». «Αυτό ας μην το θεωρούμε καθόλου βέβαιο, Όλγα…». «Κλείσ’ το», λέει αυτή, χωρίς να σηκώνει τα μάτια απ’ τη μπλούζα που σιδερώνει, «δεν μπορώ να τους ακούω άλλο… Βάλε Star καλύτερα». Αυτός υπακούει απρόθυμα. Αλλάζει κανάλι, χαμηλώνει τον ήχο. «Πήγες για εκείνη τη δουλειά;», διακόπτει αυτή το ρεπορτάζ για το ριάλιτι της Βίσση. «Δεν υπάρχει τίποτε ακόμη», απαντά αυτός μέσα απ’ τα δόντια του. «Θα πληρώσουμε τη δεύτερη δόση;», ξαναρωτάει αυτή. «Με τι;». «Έβαλαν και πετρέλαιο, χρωστάμε κοινόχρηστα», επιμένει αυτή και συνεχίζει, υψώνοντας τον τόνο της φωνής για να καλύψει τα ναζιάρικα σχόλια της ρεπόρτερ για τη Βίσση. «Γιατί δεν ξαναπερνάς από την τράπεζα να δεις αν γίνεται διακανονισμός για το δάνειο; Κάθεσαι που κάθεσαι…». Αυτός εκτοξεύει στον τοίχο το τηλεκοντρόλ – το τηλεκοντρόλ περνά ξυστά από την τηλεόραση πριν πέσει κάτω, ξεκοιλιασμένο από τις μπαταρίες του, σαν χυμένα σωθικά. Εξαφανίζεται στην κρεβατοκάμαρα. Αργότερα, την ώρα του ύπνου, θα μεταφερθεί με μια κουβέρτα στο σαλόνι. 


Γυρίζοντας απ’ τη δουλειά στο σπίτι, βγαίνοντας από το ασανσέρ στον όροφό της, αισθάνεται την ψύχρα του κλιμακοστάσιου. Ασυναίσθητα, ακουμπά το χέρι στους χοντρούς κεντρικούς σωλήνες του καλοριφέρ. «Κανείς δεν άναψε ούτε σήμερα», σκέφτεται. Θυμάται πως συνήθως, τέτοιο καιρό και μ’ αυτή τη θερμοκρασία, κάθε φορά που γύριζε τέτοια ώρα απ’ τη δουλειά αισθανόταν τη θαλπωρή του κλιμακοστάσιου και τους σωλήνες καυτούς κάτω απ’ την παλάμη της. Βάζει το κλειδί στην πόρτα, δεν έχει κλειδωνιά, το παιδί έχει γυρίσει απ’ το σχολείο. «Έφαγες;» ρωτάει απότομα την κόρη της, ενώ ένα κύμα θυμού κοκκινίζει το πρόσωπό της καθώς τη βλέπει ξαπλωμένη στον καναπέ, να χαζεύει τηλεόραση. «Διάβασες; Τι χαζολογάς; Έχεις και φροντιστήριο σήμερα». Η κόρη της δεν αντιδρά, έχει συνηθίσει το σχεδόν μόνιμα νευρικό ύφος της μάνας τον τελευταίο καιρό. «Θα διαβάσω… Να χαλαρώσω λίγο. Να σου πω και τα ευχάριστα. Θαύμα, θαύμα, πήραμε άλλα δύο βιβλία σήμερα. Μαθηματικά και ιστορία». Η μητέρα της προσπαθεί να θυμηθεί τον εαυτό της μαθήτρια, σχεδόν τρεις δεκαετίες πριν. Τέλη Οκτώβρη χωρίς βιβλία, πάντως, δεν είχε μείνει ποτέ. «Δηλαδή, αυτό σε εμπόδιζε να διαβάσεις μέχρι τώρα;», της λέει με εριστικό ύφος. «Κλείσ’ την τηλεόραση τώρα και στο δωμάτιό σου αμέσως. Δεν θα ξεπατώνομαι τζάμπα εγώ για να χαζεύεις. Θα σ’ το κόψω το φροντιστήριο». Η μάνα ξαφνιάζεται με τον εαυτό της. Θυμάται πως πάντα, αυτή την ώρα, αυτή η συνάντηση με την κόρη της έκλεινε με μια αγκαλιά κι ένα φιλί. 


«Βρε καλώς τον πρωτευουσιάνο…». Ο Γ. ξέρει ότι αυτή η υποδοχή από τους χωριανούς, κάθε πρωί που μπαίνει στο καφενείο, έχει κυρίως έναν σαρκασμό. Αλλά δεν δίνει σημασία. Δεν τον παίρνει, άλλωστε. Τις σπάνιες φορές που ερχόταν παλιότερα στο χωριό ο πατέρας του τού επεφύλασσε ένα γύρο του θριάμβου, με αναλυτική παρουσίαση κάθε καινούργιας επιτυχίας του γιου του: η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, το πτυχίο, το μεταπτυχιακό στην Αγγλία που κόστισε δυο χωράφια, η πρώτη δουλειά, η πρώτη καλοπληρωμένη μεταγραφή, η πρώτη προαγωγή, η πρώτη θέση στελέχους… Υπήρχε πάντα μια πρωτιά να επιδειχθεί. Μέχρι που ήρθε η πρώτη απόλυση. Άντεξε την ανεργία ένα χρόνο στην Αθήνα, κι ύστερα τα μάζεψε και γύρισε στο χωριό, τριανταπεντάρης και νεόκοπος καφενόβιος, ανάμεσα σε συνταξιούχους, αλλά και κάποιους συνομήλικους θαμώνες που δίνουν νέα ζωή στα παρηκμασμένα καφενεία των χωριών. «Βρε καλώς τον πρωτευουσιάνο…». Υπάρχει και μια πιο ταπεινωτική παραλλαγή σ’ αυτή την υποδοχή που την αποδέχεται απλώς σαν καλοπροαίρετο χιούμορ – αν και δεν είναι: «Βρε καλώς τον Λονδρέζο…». Σ’ αυτό περιέχεται μάλλον μια μομφή για τα πεταμένα λεφτά των σπουδών. Αλλά, ο Γ. την ανέχεται περισσότερο από τα κατηφή, μελαγχολικά βλέμματα των γονιών του στο σπίτι, που μέχρι πέρσι αγωνιούσαν απλώς για το πότε θα παντρευτεί. 


Προσπαθεί να βαδίζει πάντα στο πεζοδρόμιο, αλλά είναι αδύνατο. Οι σωροί των σκουπιδιών και τα γλοιώδη τους περιεχόμενα, χυμένα έξω από τις σακούλες, τον υποχρεώνουν να κάνει ζιγκ ζαγκ. Απ’ το πεζοδρόμιο στον δρόμο και τούμπαλιν. Την αποφορά την έχει συνηθίσει και συλλαμβάνει τον εαυτό του να μην αισθάνεται τον θυμό που του γεννούσε συνήθως μια απεργία των εργαζόμενων στην αποκομιδή. Αισθάνεται κάποια κάποιου είδους αλληλεγγύη από τότε που ο διευθυντής του ανακοίνωσε περικοπή 20% στον μισθό του. Άλλωστε, κι ο ίδιος δεν έκανε καμιά προσπάθεια αυτοσυγκράτησης με τα σκουπίδια του, δεν τα ανεχόταν ούτε λεπτό στο στενό μπαλκόνι του διαμερίσματός του, εξάλλου διαπίστωσε ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο άτομα που κάθε πρωί έκαναν ανασκαφές στα σκουπίδια της γειτονιάς, ψάχνοντας κάτι ενδιαφέρον. Όχι βρώσιμο, ελπίζει κανείς. Ίσως, λοιπόν, είναι περισσότερο συνενοχή παρά αλληλεγγύη αυτή η ανοχή που δείχνει. Απόδειξη, ο θυμός του όταν ανακαλύπτει ότι τα λεωφορεία έχουν πάλι σήμερα απεργία. «Πώς δεν το πήρα είδηση, ο μαλάκας; Κι αυτοί οι παπάρες το ’χουν παραχέσει», σκέφτεται, και παίρνει απ’ το κινητό στη δουλειά, να ειδοποιήσει πως θ’ αργήσει λόγω ποδαρόδρομου…


«Λες να πληρώσει, σήμερα;», λέει ο ψηλός της ομήγυρης που κάνει διάλειμμα για τσιγάρο στην είσοδο της επιχείρησης. Οι άλλοι γελάνε λες κι είπε ανέκδοτο. «Αγορίνα μου, ξέρεις πόσες επιταγές τού σφραγίσανε αυτή τη βδομάδα;», τον πληροφορεί ο διπλανός του. Ένας τρίτος, χαμηλώνοντας συνωμοτικά τη φωνή, προσθέτει κρίσιμη φήμη μέσα απ’ το λογιστήριο ότι έχουν σκάσει ένα σωρό προμηθευτές που ετοιμάζονται για ασφαλιστικά και τέτοια. Κι ο τέταρτος εκμυστηρεύεται αποκλειστική πληροφορία μέσα από τη διεύθυνση ότι ετοιμάζεται και νέα λίστα απολύσεων. «Δε γαμιέται, καλύτερα ένα φρικτό τέλος παρά μια φρίκη δίχως τέλος», φιλοσοφεί ο πέμπτος. «Δεν τ’ αξίζω αυτό», σχεδόν μονολογεί ο ψηλός, ρουφώντας νευρικά το τσιγάρο, «δεν τ’ αξίζω, έχω πατήσει πολλή δουλειά σ’ αυτό το κωλοχανείο για να ’μαι απλήρωτος τρεις μήνες… Και να κινδυνεύω να μείνω χωρίς δουλειά. Δεν τ’ αξίζω…». «Γιατί, εμείς τ’ αξίζουμε;». «Ναι, ρε μαλάκες, αλλά εγώ έχω κι οικογένεια, έχω δάνειο…». «Κι εμείς, οι εργένηδες, δηλαδή, είμαστε για Καιάδα, ρε φίλε;». Ευτυχώς που το τσιγάρο τελειώνει πριν εξελιχθεί σύρραξη εργένηδων - οικογενειαρχών. Μπαίνουν στ’ ασανσέρ αμίλητοι, ψυχροί. Κι ύστερα κατευθύνονται σκυθρωποί καθένας στο γραφείο του. 


Είναι προετοιμασμένος, σχεδόν έχει προβάρει στον καθρέφτη τα λόγια που θα της πει, αλλά την κρίσιμη στιγμή κωλώνει. Την αγαπάει; Ναι, μάλλον την αγαπάει. Τουλάχιστον τόσο ώστε να μη θέλει να την πληγώσει. Αλλά, πώς να της το πει; Ξεχνάει όλα τα λόγια που έχει προβάρει. «Μπορούμε να τελειώνουμε μ’ αυτό το μυστήριο; Λέγε, τι θέλεις να μου πεις; Θες να χωρίσουμε;». Ο τρόπος που τον αιφνιδιάζει αυτή βαραίνει την ατμόσφαιρα. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις…». «Δεν ήρθα εδώ ν’ ακούσω ηλίθιες ατάκες από ελληνικές ταινίες. Πες το στα ίσια. Θα τ’ αντέξω. Μας αναλογεί παραπάνω από ένας γκόμενος στη ζωή. Απλώς… Νόμιζα ότι θα καταλήγαμε κάπου οι δυο μας». «Φεύγω». «Κι αφήνεις πίσω σου συντρίμμια… Ποια είναι; Την ξέρω;». «Φεύγω από εδώ. Απ’ την Ελλάδα». Αυτή σιωπά, αιφνιδιασμένη από την τροπή της κουβέντας. «Πάω Καναδά. Είναι ο αδελφός της μάνας μου εκεί, σου ’χω πει. Δουλειά υπάρχει, τη γλώσσα την έχω, μου το περιγράφουν μάλλον εύκολο, αν αντέξω το κλίμα… Δεν μπορώ στα 32 μου να με ταΐζει η μάνα μου, με μια σύνταξη 800 ευρώ». Αυτή κλαίει αθόρυβα, μ’ ένα μείγμα ανακούφισης κι απελπισίας. «Κι άμα δω πως με σηκώνει το κλίμα, θα σε περιμένω να ζήσουμε εκεί». «Μη λες μαλακίες», τον διακόπτει με λυγμούς αυτή, «αφού το ξέρεις…Δεν πρόκειται να ξαναβρεθούμε». Πέφτει στην αγκαλιά του, αδιαφορώντας για τις έτσι κι αλλιώς αδιάφορες παρέες στα γύρω τραπέζια. Όταν αποτραβιέται, ένας χάρτης από δάκρυα έχει ζωγραφιστεί στο πουκάμισό του. Μοιάζει με τον χάρτη του Καναδά. 

Το χειρότερο με τη χρεοκοπία δεν είναι που μας κάνει φτωχότερους, είπε ο Γιώργος. Το χειρότερο είναι που γαμάει τις ζωές των ανθρώπων. Σαν σαράκι που κατατρώει τις σχέσεις τους.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Κόσμος του Επενδυτή στις 28/10/2011

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Άρατε πύλας...

... να εισέλθη ο θριαμβευτής..


   Από θρίαμβο σε θρίαμβο η χώρα. Θρίαμβο κατήγαγε το ανδρείκελο μές στην άγρια νύχτα των Βρυξελλών. Και της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η χώρα και βαράει το κεφάλι της στον τοίχο. Τα βλέπει και ο λαός της και αναρωτιέται που είναι ο πάτος. Όχι αυτός της εξαθλίωσής του, αλλά αυτός της υποκρισίας, του ψεύδους και της ατίμωσης.

Για ένατη φορά, ίσως και να έχουμε χάσει το λογαριασμό, μας χάρισαν τη σωτηρία μας. Ο ευτελέστερος και οι πάτρωνές του. Φοβού τους Δαναούς τους φέροντες την σωτηρίαν. Δώρα - αλυσίδες ατσάλινες εκ Γερμανίας.


Άρατε πύλας να εισέλθει ο πορθητής της χώρας, ο Αττίλας ο Μεγαλοπρεπής. Να κουρσέψει και να κουρέψει και πάλι μισθούς και συντάξεις, αντίδωρο στους αφέντες του.

Υποκλίθηκαν στον Πορθητή τον Μεγαλοπρεπή τα γεράκια. Για την μεγαλόψυχη στάση του, για τα γενναιόδωρα ΝΑΙ του. Τούδοσαν χρόνια ζωής, τους παρέδοσε τη χώρα, δεμένη στις αλυσίδες τους. Ο Άλλος, στο σαλόνι της αναμονής μαθαίνει ακόμη, και ...σιωπά. Qui tacet, consentire videtur. Το έργο τους δεν ολοκληρώθηκε, μπήκε όμως το νερό στο αυλάκι,

  χθές τη νύχτα των Βρυξελλών, νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου για τη χώρα. 
  
Διότι, όλη τη χθεσινή ημέρα οι 27 - σε πλήρη απαρτία το κονγκλάβιο - ασχολιόταν με τη σωτηρία των τραπεζών. Και μόνο σαν έπεσε η νύχτα καταδέχθηκαν να ασχοληθούν και με τους πληβείους του Νότου. Τελευταίοι στην ατζέντα - τιμωρία δια παραδειγματισμόν - με το ένα πόδι στον τοίχο, ανέμενε το ανδρείκελο να του ανακοινώσουν την τιμωρία μας δια την μωρίαν Αυτού. Και άκουγε άφωνος ο ευτελέστερος των ευτελεστέρων το μαστίγωμα της χώρας, άφωνος και ασινής έγνεφε το ΝΑΙ.

Κούρεμα στα 26 δίς ομόλογα που κατέχουν τα ασφαλιστικά ταμεία, κούρεμα στο βιός και τις προσδοκίες των απόμαχων της εργασίας. Δηλαδή 50% πιο κάτω από αυτά που σας ανήκουν συνταξιούχε μου του σήμερα και του αύριο. Και  ποίαν χρείαν έχομεν νέου ασφαλιστικού νόμου ; Να μη φέρνομε παρακαλώ σε δύσκολη θέση και την κυρία Βάσω.

Θα αναπληρωθούν οι απώλειες, από τον κρατικό προϋπολογισμό, αντιτείνουν οι λεγεωνάριοι των αγορών-παπαγάλοι. Από τον προϋπολογισμό που θα συντάσσουν, θα εγκρίνουν και θα υπογράφουν οι δεκάδες τεχνοκράτες-διορισμένοι γκαουλάϊτερ της Φράου Άγγελα.

Επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ενίσχυση των ισχυροτέρων, κρατικοποίηση των ασθενεστέρων με λεφτά των υποζυγίων και μετά, ξεπούλημα όσο-όσο κατά τα συνήθη, στην Ντόϊτσε Μπάνκ. Έως και 300 δίς θα απαιτηθούν για το νέο αυτό πρότζεκτ των ευρωπαίων τραπεζιτών, με λεφτά βέβαια των φορολογουμένων της Ευρώπης. Κάτι σαν το πρότζεκτ Λαυρεντιάδης Bank, υπεσχημένο δωράκι του ελληνικού λαού στη  Φράου Άγγελα και τους τραπεζίτες της.
   και για μη θεωρηθώ πρωτόγονος στη σκέψη παραθέτω απόσπασμα ενός άρθρου του έγκυρου πόρταλ Sofokleous10.gr που λέει: κούρεμα 50% μεταξύ άλλων θα σημάνει: ... Αφελληνισμό των ελληνικών τραπεζών, λόγω απωλειών που θα εγγράψουν από την απομείωση των ομολόγων που κατέχουν συνολικού ύψους 45-50 δις., που μετά από μια σύντομη στάση έως δύο χρόνια στα χέρια του δημοσίου, θα περάσουν στα χέρια της Ντόΐτσε Μπανκ.

Και μια ερώτηση παρακαλώ: Το 110 δίς μετρητά και εγγυήσεις που έχουν εισπράξει οι έλληνες τραπεζίτες από το κράτος, άτοκα βέβαια, ποιός θα τα χρεωθεί τελικά ;  Διότι σε ρευστούς καιρούς γίνονται οι μεγάλες μπάζες. Όπως αυτή: να παίρνουν οι τραπεζίτες εγγυήσεις από το κράτος για να δανείζονται με 1,5% και να το δανείζουν στη συνέχεια με 6%,        
      ή ..αν έλθει η κούφια η ώρα και οι εγγυήσεις κουρευτούν, να πούν στο κράτος άει κουρέψου, δεν πληρώνουμε, τιμητές και μιμητές του ευγενούς υπόκοσμου του κ. Λαυρεντιάδη.


-Αρατε πύλας οι άρχοντες ημών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης..
-Τις εστίν ούτος ο Βασιλεύς της Δόξης ;
 ..τύραννος δοτός και κραταιός, ιστορίας ανάθεμα.

Ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ, ελάλει ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος. Ρήση που αγνόησαν της ιστορίας τα εξαμβλώματα, τα ανδρείκελα και οι προδότες κάθε εποχής. 

        Αλλά, η άγνοια της ιστορίας είναι Ύβρις προς την Ιστορία.  

Και ο Όμηρος ...Μενέλαε, θα σε πνίξει ολόγυρα ντροπή και καταφρόνια, αν τον πιστόν αφήσεις σύντροφο του αρχοντικού Αχιλλέα.


Αν ο φόβος των μελλουμένων απέδραμε από τα κάτωχρα σκοτεινά πρόσωπά τους, χθές τη νύχτα, θα επανέλθει σαν Τρόμος στο Πρώτο Φώς της Επόμενης Ημέρας.


Αρατε πύλας...  
      Ave Caesar. Οι μελλοθάνατοι σκάβουν τον λάκο σου. Συνωστισμένοι, ποιός πρώτος θα σπρώξει το σκαμνί. 
   ...Σκυλιά θα σέρνουν το κουφάρι σου Μενέλαε, στην πεδιάδα του Σκαμάνδρου, γύρω από των Τρώων το κάστρο.

    πίνακας: Η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου, Φρανσουά Ντυμπουά.
       πηγές: www.Sofokleous10.gr
  



Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Τα νεύρα μου (αναδημοσίευση)

Αλιεύθηκε από http://real-democracy.gr 
Πρώτη πηγή  http://tkant.wordpress.com 


Καλά ρε Βενιζέλο, εσείς δεν μου είπατε ότι με σώσατε από τη χρεοκοπία, τι μου τα γυρίζετε τώρα; Πίστεψα κι εγώ ότι είμαι σωσμένος, έκανα τα κουμάντα μου και βγαίνεις τώρα και μου λές ξανά μανά ότι μπορεί να χρεοκοπήσουμε λιγάκι; Τι λιγάκι δηλαδή είναι αυτό; Όπως λέμε ολίγον έγκυος; Μπορεί να χρεοκοπήσει κάποιος λιγάκι;  
Ειλικρινά δεν το γνώριζα αυτό, Και οι άλλοι τα κορόιδα πήγαν και έκλεισαν τα μαγαζιά τους βρε παιδί μου. Ρε τι πάθανε οι άνθρωποι ρε ! Πήγαν κι έκλεισαν τα μαγαζιά τους στα καλά καθούμενα. Κοίτα να δεις ρε παιδί μου. Θα μπορούσαν δηλαδή να χρεοκοπήσουν μόνο το μισό μαγαζί, και το άλλο μισό να το αφήσουν να λειτουργεί κανονικά. Ρε ζημιά που πάθανε οι άνθρωποι! Να μην ήξεραν από πριν ότι μπορούν να χρεοκοπήσουν μόνο τη βιτρίνα δηλαδή και να σωθούνε. Δεν είναι σωστό όμως αυτό κύριε Βενιζέλο μου έπρεπε να τους το πείτε και σε αυτούς να μην κλείσουν τζάμπα ολόκληρο το μαγαζί για ψιλοπράγματα.
Και καλά με τους μαγαζάτορες αυτοί πιαστήκανε κορόιδα, δεν ξέρανε ότι μπορείς να κάνεις "selective default" μόνο την τουαλέτα του μαγαζιού και το έκλεισαν ολόκληρο. Οι υπόλοιποι που θα υποστούμε το Μνημόνιο Ι, το ΙΙ και σε λίγο το ΙΙΙ, γιατί να τα υποστούμε όλα αυτά; Ο Γιωργάκης δεν ήταν αυτός που έβγαινε καμαρωτός καμαρωτός και έλεγε ευτυχώς που έχετε κι εμάς με τους χειρισμούς μας και τα μνημόνια μας και αποφύγατε τη χρεοκοπία; Τι δηλαδή; ΚΑΙ θα δώσουμε τη χώρα στους οικονομικούς κατακτητές, ΚΑΙ θα πτωχεύσουμε; Σαν να μη μας τα λέτε καλά βρε παιδί μου. Δηλαδή αν είναι να πτωχεύσουμε, γιατί να δώσουμε τη χώρα; Και αν είναι να δώσουμε τη χώρα, γιατί να πτωχεύσουμε; Δεν το καταλαβαίνω. Ειλικρινά δηλαδή. που να σου ορκιστώ; Που να σε δω να κρέμεσαι στην πλατεία και να σε κοιτάει ο κόσμος από κάτω!
Και δε μου λες βρε Βαγγελάκη, τους φόρους γιατί να τους πληρώνουμε τώρα; Αφού θα χρεοκοπήσουμε. Δηλαδή και φόρους θα πληρώνουμε και χρεοκοπία θα έχουμε; Κάποιοι Βαγγέλη μου λένε ότι η χώρα βγάζει 55 δις το χρόνο και τα έξοδα είναι γύρω στα 50 δις. Πως τα καταφέρατε να μας χρεοκοπήσετε βρε παιδί μου; Αλλά ξέχασα εσύ δεν ξέρεις από αυτά, ένας απλός συνταγματολόγος είσαι που απλά έτυχε να είσαι στο Υπουργείο Οικονομικών.  Είναι σα να βάζεις το Γιωργάκη να κάνει τον πρωθυπουργό. Δεν θα πάει μακρυά η βαλίτσα.
Και κάτι άλλο που μου ήρθε τώρα που το σκέφτομαι. Εσείς πριν λίγο καιρό δεν ήσασταν που λέγατε ότι λεφτά υπάρχουν και τα έχουν πάρει κάποιοι στο εξωτερικό βόλτα για να ξεσκάσουν; Γιατί δεν τους λέτε τώρα να τα φέρουν πίσω; Τόσο καιρό τα έβαλαν σε τράπεζες του εξωτερικού, δεν τους φτάνει; Ή μήπως ανακαλύψατε ότι με τους περισσότερους από αυτούς που έβγαλαν τα λεφτά τους σε τράπεζες του εξωτερικού καθόσασταν στο ίδιο τραπέζι και δεν είναι ευγενικό να τους πείτε τώρα να τα φέρουν πίσω;
Δηλαδή για να καταλάβω, από το λεφτά υπάρχουν, περάσαμε στο μνημόνιο ή χρεοκοπία, και μετά στο ποια χρεοκοπία είναι καλύτερη. Να τη χαιρόμαστε την κυβέρνηση και τους πολιτικούς της χειρισμούς. Αλλά έτσι είναι. Αν θέλεις να πάρεις τα πάντα από κάποιον πρέπει πρώτα να τον πείσεις ότι δεν είχε ποτέ τίποτε.
Α ρε φούρκα και παλούκι που σας χρειάζεται.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Ταξίδια μέσα στη νύχτα



      Σε σκοτεινές μέρες "γεννηθήκαμε". Που η προδοσία, η χλεύη, τα ψέμματα, η καταστολή τις κάνουν σκοτεινότερες. Οι "ευεργέτες" έβγαλαν τις μάσκες και κρώζουν πάνω στο ημιθανές πτώμα της χώρας μας, ζητώντας τα "δανεικά" τους.

    Πάντα ο Ιούλιος μου βάραινε την ψυχή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τούτη τη φορά όμως σαν ρεβάνς στα ημιτελή έργα της του 65 και 74. Και οι έλληνες τοιμάζουν - όσοι μπορούν- τις αποσκευές τους για την μεγάλη απόδραση προς τη λήθη των διακοπών. Αλλοι με το μυαλό να μένει πίσω: στους τραπεζικούς των λογαριασμούς και θυρίδες, στους απλήρωτους λογαριασμούς, στον αν θα έχουνε δουλειά και ψωμί γυρνώντας πίσω.

.... και οι ΑΛΛΟΙ - οι λίγοι- που φεύγουν ξέγνοιαστοι: Εστειλαν το "κομπόδεμά" τους στην Ελβετία, αποθήκευσαν χρυσό και αλεύρι και είναι έτοιμοι για τον δεύτερο γύρο του κατοχικού τους λειτουργήματος, περιμένοντας το παρασύνθημα...

... Χθές ο νεοπαγής τσάρος της οικονομίας επιτέλους ξεστόμισε τη λέξη χρεωκοπία. Είκοσι μήνες χρειάστηκαν για να στήσουν το σκηνικό για ένα έργο που έχει γραφεί εδώ και χρόνια: Η Ελλάδα ξανά στη σκλαβιά.

    Ένας φίλος προ ημερών θυμήθηκε τι έλεγε η γιαγιά του στα παλιότερα χρόνια: ένα σακί αλεύρι, ένα σακί ρύζι και ένα σακί ζάχαρι για τους δύσκολους καιρούς που έρχονται. Και ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός:  Πάρτε μαζί σας νερό.Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία. 

Σας καλωσορίζω λοιπόν φίλοι μου, αλλά δεν σας αποχαιρετώ. Θα είμαι εδώ γιατί δεν φεύγω.


Νάναι οι δρόμοι σας φωτεινοί. Γιατί όλα είναι δρόμος, όλα θα κρίνονται στους δρόμους πια. Που, όσο φωτεινότερους τους χαράζουμε, τόσο η βαρβαρότητα δεν θα μας αγγίζει.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

επισκέψεις

IP Widget For Website